τα «άγνωστα» του Νίκου Γκάτσου

Κόκκινα γαρύφαλλα

Ένα καράβι φεύγει για τα ξένα
έν’ ακρογιάλι θυμάται το νοτιά.
Χρυσό καράβι πάρε με και μένα
τώρα που πας που πας στην ξενιτιά.

Κόκκινα γαρύφαλλα
στου φεγγαριού την άκρη
κόκκινα γαρύφαλλα
στου Μάη την αμμουδιά.
Άνοιξε την πόρτα σου
στο πικρό μου δάκρυ
άνοιξε την πόρτα σου
στην πιο ζεστή καρδιά.

Κανείς δεν ξέρει ποιο ‘ν’ το ριζικό του
κανείς μες στου άλλλου τ’ όνειρο δε ζει.
Έχει ο καθένας τ’ άστρο το δικό του
έχει ο καθένας τ’ άσπρο του νησί.

Ερωτόκριτος

Τα μάτια του δυο στάλες απ’ τη θάλασσα
κι ο ίδιος στο τιμόνι σαν κουρσάρος
να γίνει Ερωτόκριτος τον κάλεσα
και να ‘μαι εγώ στα πόδια του Κορνάρος.

Μαζί σε ξενιτιές να ταξιδέψουμε
του έρωτα να βρούμε όλους τους τρόπους
χωρίς ποτέ ποτέ μας να ξοδέψουμε
αυτό που λεν αγάπη στους ανθρώπους.

Με της καρδιάς τ’ ατσάλι και το σίδερο
σ’ απάτητες ν’ ανέβουμε μαδάρες
ν’ ανάψουμε κερί στον Άγιο Ισίδωρο
κι ευχές να γίνουν γρήγορα οι κατάρες.

 

Γαλάζια χώρα

 

Γαλάζια χώρα

Γαλάζια χώρα
αιώνες τώρα
σε κυνηγάν όλου του κόσμου τα θεριά.
Μα συ στο χέρι
κρατάς μαχαίρι
σε λεν Ελλάδα και σε λεν παλληκαριά.

Γαλάζια χώρα
διώχνεις τη μπόρα
και στην καρδιά μας φέρνεις πάντα ξαστεριά.
Μες στο ναυάγιο
δίνεις κουράγιο
σε λεν Ελλάδα και σε λεν ελευτεριά.

Στ’ όνειρό μου ύφανα
θύμησες παλιές
με βουνά περήφανα
και μ’ ακρογιαλές.

Υπέροχοι στίχοι του Νίκου Γκάτσου, που δε μελοποιήθηκαν ποτέ:

Άνεμοι χτυπήσανε

Άνεμοι χτυπήσανε
πέτρα δεν αφήσανε
πέτρα δεν αφήσανε
κι όσοι αγαπήσανε
του ονείρου οι κυνηγοί
τώρα στα χαλάσματα
προδομένα πλάσματα
γυρεύουνε στοργή.

Πάλεψαν ματώσανε
το σταυρό σηκώσανε
το σταυρό σηκώσανε
όλα σου τα δώσανε
και μη βαρυγκωμάς
μαύρα ξημερώματα
της αυγής τα χρώματα
δεν ήτανε για μας.

Άνεμοι χτυπήσανε
τα λιμάνια κλείσανε
τα λιμάνια κλείσανε
κι όσοι αγαπήσανε
του ονείρου οι ναυαγοί
τώρα στα συντρίμματα
μοιάζουνε με κύματα
που πάνε σ’ άλλη γη.

Μέρες δεν κοιμήθηκα
τον καημό σου ντύθηκα
τον καημό σου ντύθηκα
κι όταν σε θυμήθηκα
στου δρόμου τη στροφή
πάνω από τ’ ανάθεμα
φύτεψα χρυσάνθεμα
για την επιστροφή.

Μόνος μου τώρα περπατώ

Μόνος μου τώρα περπατώ
στου κόσμου το καμίνι
ούτε συμπόνια σου ζητώ
ούτε κι ελεημοσύνη.

Όλα για σένα τα ‘δωσα
μου ‘μεινε η περηφάνια
γιατ’ είχα δάσκαλο παλιό
μες στης καρδιάς μου το σκολειό
την πίκρα την ορφάνια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s