Ζαχαρίας Παπαντωνίου – Λορέντζος Μαβίλης

Το ευλογημένο καράβι

«Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;
Σε μάχεται η θάλασσα, δεν τη φοβάσαι;
Άνεμοι σφυρίζουν και πέφτει νερό,
πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»

«Για χώρα πηγαίνω πολύ μακρινή.
Θα φέξουνε φάροι πολλοί να περάσω.
Βοριάδες, νοτιάδες θα βρω, μα θα φτάσω
με πρίμο αγεράκι, μ’ ακέριο πανί.»

«Κι οι κάβοι αν σου στήσουν τη νύχτα καρτέρι;
Απάνω σου αν πέσει το κύμα θεριό
και πάρει τους ναύτες και τον τιμονιέρη;
Πού πας, καραβάκι, με τέτοιον καιρό;»

«Ψηλά στο εκκλησάκι του βράχου, που ασπρίζει,
για μένα έχουν κάμει κρυφή λειτουργία‡
ορθός ο Χριστός το τιμόνι μου αγγίζει,
στην πλώρη μου στέκει η παρθένα Μαρία.»

ΛΗΘΗ

Καλότυχ’ οι νεκροί, που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθήσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει,
μήν τους κλαις, ο καϋμός σου όσος και νά ‘ναι!

Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.
Μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει,
Σα στάξει γι’ αυτές δάκρυ, όθε αγαπάνε.

Κι αν πιουν θολό νερό, ξαναθυμούνται
διαβαίνοντας λιβάδι’ απ’ ασφοδήλι,
πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται.-

Α δε μπορείς παρά να κλαις, το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν,
θέλουν -μα δε βολεί να λησμονήσουν.

ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ

«Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία
εδώθε». «Έχω έν’ ανίψι, τον Ευκλέα,
πατέρα, γιο, τρί’ αδέρφια Ολυμπιονίκες.

Να μ’ αφήσετε πρέπει, Ελλανοδίκες,
κ’ εγώ να καμαρώσω μες στα ωραία
κορμιά, που για τ’ αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θιαμαστές ψυχές αντρίκες!

Με τες άλλες γυναίκες δεν είμ’ όμοια·
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει
με της αντρειάς τ’ αμάραντα προνόμια.

Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σ’ αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός τ’ αθάνατου Πινδάρου!»

 Η ΕΛΙΑ

Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι,
γέρικη ελιά, που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νάθελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ώ πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν ‘
ώ να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
και άλλες ψυχές της ψυχής σου αδερφάδες.

Πατρίδα

Πάλε ξυπνάει της άνοιξης τ’ αγέρι
στην πλάση μυστικής αγάπης γλύκα,
σαν νύφ’ η γη, πόχει άμετρα άνθη προίκα,
λάμπει ενώ σβηέται της αυγής τ’ αστέρι.

Πεταλούδες πετούν ταίρι με ταίρι,
εδώ βουίζει μέλισσα, εκεί σφήκα·
τη φύση στην καλή της ώρα εβρήκα,
λαχταρίζει η ζωή σ’ όλα τα μέρη.

Κάθε μοσχοβολιά και κάθε χρώμα,
κάθε πουλιού κελάηδημα ξυπνάει
πόθο στα φυλλοκάρδια μου κι ελπίδα

να σου ξαναφιλήσω τ’ άγιο χώμα,
να ξαναϊδώ και το δικό σου Μάη,
όμορφή μου, καλή, γλυκειά πατρίδα.

Στην Πατρίδα

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει.
Πώς εις το φως του λαχταρούν η θάλασσα κι οι κάμποι,
πώς λουλουδίζουν τα βουνά, τα δάσ’, οι λαγκαδιές
στέρνοντάς του θυμίαμα μυριάδες μυρωδιές!
Αφρολογούν οι ρεματιές και λαχταρίζ’ η λίμνη,
χίλιες πουλιών λαλιές ηχούν, της ομορφιάς του ύμνοι,
σ’ άπειρ’ αστράφτουν χρώματα παντού λογής λογής
τ’ αγέρα τα πετούμενα τα σερπετά της γης.
Κι αυτός σηκώνει τ’ αλαφρά της καταχνιάς μαγνάδι,
κι η κάθε στάλ’ από δροσιά γυαλίζει σαν πετράδι,
κάθε αχτίδα του σκορπά με την αναλαμπή
χαρά, ζωή και δύναμη κι ελπίδα όπου κι αν μπει.

Φαντάζεις σαν τον ήλιο σου κι εσύ, καλή πατρίδα,
και μάγια σαν τα μάγια σου στον κόσμο αλλού δεν είδα.
Η γη σου είναι παράδεισος, κι αιώνια γαλανός
γύρω σου καθρεφτίζεται στο πέλαγ’ ο ουρανός.
Κι οι νύχτες σου με τ’ άστρα τους, με τη γαλάζια πάστρα,
με τ’ αηδονολαλήματα, τρεμάμενα σαν τ’ άστρα,
με το φεγγάρι που περνά, σαν τ’ όνειρο ευτυχίας
στη μέση της απέραντης ουράνιας ησυχίας.
Οι νύχτες σου δροσοβολούν χιλιόπλουμα λουλούδια
και στων παιδιών σου τις καρδιές αμάραντα τραγούδια,
σταλάζουνε στα σπλάγχνα τους θεράπειο λησμονιάς,
ελευτεριάς αγάλλιαση και μίσος τυραννιάς.

Μάγεμ’ ασημούφαντο, φως μαργαριταρένιο,
λιώνονται σ’ ένα χάραμα ξανθό, μαλαματένιο.
Γιομάτος μόσχους και δροσιές ο Ζέφυρος τερπνά
μεσ’ απ’ αγάπης φαντασιές τα πλάσματα ξυπνά.
Κι ανάμεσα στα χρώματ’ από χίλια ουράνια τόξα,
προβαίνει πάλ’ ο ήλιος εις όλη του τη δόξα.
Και, σαν του μεγαλείου σου σύμβολο φωτεινό,
έως το χρυσό βασίλεμα λάμπει στον ουρανό.
Ελλάς, το μεγαλείο σου βασίλεμα δεν έχει,
και δίχως γνέφια τους καιρούς η δόξα σου διατρέχει.
Όσες φορές ο ήλιος σου να σε φωτίσει ερθεί,
θε να σε βρει πεντάμορφη, στεφανωμένη ορθή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s