Σκιά που αιμορραγεί (του Τάκη Τ. και της Μαρίας Κ.)

…Σε μια συν-εύρεση με στίχους και ήχους…

 

Έμεινα μόνη
να αγναντεύω την άβυσσο –
σκληρή συνέχεια του γυμνού
ματωμένου κορμιού της…

Δε θέλω να χορέψω σε τούτη τη γιορτή!
Μαύρα αδειανά πουκάμισα σαλεύουν
στους ρυθμούς των χτύπων της καρδιάς σου.
Μη με κοιτάς! Δεν είμαι εγώ!
Η σκιά μου είναι
Που αιμορραγεί και χάνεται,
σκορπώντας άνθη λεμονιάς στο πέρασμά της –
Μάταια προσπαθώντας να καλύψει
τη μυρωδιά της καμένης σάρκας της.
Διαλύεται…
το νεφέλωμα παριστάνοντας,
άνομων πόθων παίρνει τη μορφή
και χλευάζει την ατολμία μας
με σάπιο χαμόγελο…

Έμεινα μόνη!
Σε χορό ανίερο επιδόθηκα…
Φως και Πέτρα γύρω μου
σαλεύουν κλαίγοντας
Κι εσύ στο σύμπαν του παραλόγου
μορφάζεις απορρίπτοντας
τη λάγνα φαντασίωση που σε καλεί…

*

Σε κοιτάζω οπτασία λοξή

μες στη νύχτα

να πλανεύεις με θράσος τα άστρα

να χορεύεις μαζί τους

σ΄ ένα ξέφρενο τέμπο

και να χάνεσαι κάπου μακριά

στον ορίζοντα

αναζητώντας τα όνειρα

κείνα τ΄ απόκρυφα όνειρα

που δεν τόλμησες ποτέ

ν΄ αντικρίσεις κατάματα

που πάντοτε τα ΄πνιγες

στ΄ ανοιχτά του πελάγους

πριν το κύμα τα φέρει

στο φως,

πριν το φως φανερώσει

τον πόθο σου

πριν ο πόθος σου γίνει φωτιά

και πυρπολήσει το σώμα σου…

*

Αποκαμωμένη στέκομαι

στους βράχους της οδύνης

των περασμένων ονείρων σου.

Σου γνέφω να ρθείς

στο φως να ξαποστάσεις πλάι μου

και από τη χούφτα μου

το δέος του βυθού μου

να κοινωνήσεις.

Διστάζεις!

Με κοιτάς ακίνητος

να διαβαίνω το περιγιάλι των σκιών

που σε προσπέρασαν.

Μην κοιτάς το φως που χάνεται!

Η καρδιά μου,

φτωχή πυγολαμπίδα

της γλυκειάς συνήθειας

σου φωτίζει το πέρασμα

διαγράφοντας στην άμμο

πύρινο μονοπάτι

φτιαχμένο από των παθών σου

το απόσταγμα…

Και ξεκινάς αργά

μαγεμένος από τον αυλό

που προσπάθησες κάποτε

να θάψεις στη μνήμη

του πουθενά.

Μη φοβάσαι!

Είναι ο δικός σου δρόμος που σε καλεί

να ακολουθήσεις τη φωτιά

πατώντας στα χνάρια

μιας μοίρας χωμάτινης

που ψήθηκε στην αλμύρα

των πόθων σου…

*

Σε κοιτάζω εκεί

στης οδύνης το βράχο

ν΄ αγναντεύεις το πέλαγος

να καλείς το φεγγάρι

με απόκρυφα νεύματα

να σε λούσει

στα λάγνα του χρώματα,

τον ατίθασο άνεμο καλείς

να χορέψεις μαζί του ατέλειωτα,

να φύγεις μαζί του

μακριά στον ορίζοντα

σε ένα ταξίδι

ανοιχτά στο πουθενά

στο ασύχαστο όνειρο

π’ ανθίζει στο λώρο σου

στη φωτιά που πυρώνει

τα σπλάγχνα σου

στα γλυκά φλογερά

ατοπήματα σου

που ζητάνε δικαίωση

στη σιωπή που ξεσπά

και γίνεται πόθος…

*

Ξεκίνησα να βρω
του λυτρωμού τη στέρνα
να λουστώ στα βλέφαρά σου
τη συγχώρεση
για αυτά που δεν έπραξα ποτέ
παραδομένη καθώς ήμουν
στο χορό των σκιών
ανάλαφρη σα σύννεφο
που κουβαλά τις μικρές μελωδίες σου.
Ψίθυροι συμπόνιας στο διάβα μου
ακούγονται από στόματα
βαμμένα στην προρφύρα
ξεχασμένων ηδονών.
Όχι! Δεν κάθομαι να ξαποστάσω!
Η αγκαλιά του ονείρου μου
χάρτινη φυλακή των πόθων σου,
σε μια σιωπή εκκωφαντική
ουρλιάζει συλλαβιστά
– όρκο στερνό –
το ιερό όνομά σου…

*

Σ΄ ακούω τώρα

να ουρλιάζεις στον άνεμο

να σαρώνεις σιωπές

κι αναθέματα,

συστολές και του νου φυλακές,

να μυρίζεις το άνθος του πόθου,

να φλέγεσαι

ο σφυγμός σου ν΄ αυξάνει

να υγραίνει το στόμα σου

να βρυχάται

το ηφαίστειο μέσα σου

να φουσκώνει αδίστακτα

να ξεχύνεται λάβα ατέρμονη

πορφυρή μες στη νύχτα

ν΄ ανταμώνει

με πάθος το σώμα σου

να ξυπνά πεθυμιές

κι ηδονές μυρωμένες…

_ Μαρία Κουτσάκη _ — _ Τάκης Τσαντήλας _